Ουάσινγκτον - Εκατό ογκολόγοι κατήγγειλαν με άρθρο τους την υπερβολική τιμή των αντικαρκινικών φαρμάκων
Περίπου 100 ογκολόγοι από 15 χώρες καταγγέλλουν σε άρθρο τους τις υπερβολικές τιμές των αντικαρκινικών φαρμάκων που είναι απαραίτητα για να κρατηθούν στη ζωή οι ασθενείς, ιδίως στις ΗΠΑ, ζητώντας να ληφθούν υπόψη οι "ηθικές επιπτώσεις" του γεγονότος αυτού. Από τα 12 θεραπευτικά σχήματα για τον καρκίνο που εγκρίθηκαν το 2012 από την αμερικανική υπηρεσία τροφίμων και φαρμάκων (FDA), τα 11 στοιχίζουν περισσότερα από 100.000 δολάρια ετησίως, επισημαίνουν οι γιατροί στο άρθρο τους που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της ιατρικής επιθεώρησης Blood, του επιστημονικού περιοδικού της Αμερικανικής Εταιρείας Αιματολογίας. Οι ογκολόγοι αυτοί, που ειδικεύονται στους αιματολογικούς καρκίνους, σημειώνουν ότι το υψηλό κόστος δεν είναι ηθικά δικαιολογημένο γιατί τα φάρμακα από τα οποία εξαρτώνται οι ασθενείς για να παραμείνουν στη ζωή δεν θα έπρεπε να υπόκεινται στους νόμους της αγοράς. "Όταν ένα προϊόν επηρεάζει τη ζωή ή την υγεία των ανθρώπων, πρέπει να υπερισχύει μια δίκαιη τιμή, λόγω των ηθικών επιπλοκών" γράφουν, αναφέροντας επί παραδείγματι την τιμή του ψωμιού σε μια περίοδο λιμού, το εμβόλιο για την πολιομυελίτιδα ή τις θεραπείες χρόνιων ασθενειών όπως ο διαβήτης, η αρτηριακή υπέρταση ή η φυματίωση. Στην περίπτωση της χρόνιας μυελογενούς λευχαιμίας, ενός σπάνιου καρκίνου του αίματος και του μυελού των οστών, το ποσοστό επιβίωσης των ασθενών μετά από 5 χρόνια ανέρχεται στο 60% στις ΗΠΑ. Στη Σουηδία και τη Γαλλία το ποσοστό αυτό αγγίζει το 80%. Η διαφορά αυτή εξηγείται από τη διαφορά του κόστους στη θεραπεία και από το γεγονός ότι πάρα πολλοί Αμερικανοί δεν έχουν ιατροφαρμακευτική κάλυψη. Σύμφωνα με τους γιατρούς, περίπου το 10% των ασθενών με λευχαιμία στις ΗΠΑ δεν λαμβάνουν τα αντικαρκινικά φάρμακα που τους συνταγογραφούνται, κυρίως λόγω του υψηλού κόστους. Για παράδειγμα, το φάρμακο Gleevec στοιχίζει 92.000 δολάρια τον χρόνο στις ΗΠΑ έναντι 40.000 στη Γαλλία ενώ το Tasigna αγγίζει τα 115.500 δολάρια ετησίως στις ΗΠΑ και λιγότερο από τα μισά (51.500 δολάρια) στη Γαλλία.